στρωμνή

στρωμνή
η 1) см. στρωματιά;
2) матрас

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "στρωμνή" в других словарях:

  • στρωμνή — bed spread fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στρωμνή — η, ΝΜΑ, και αιολ. τ. στρώμνα και δωρ. τ. στρωμνά Α 1. στρωμένη κλίνη 2. κλίνη, ανάκλιντρο 3. καθετί που στρώνει κανείς σε κρεβάτι ή σε δάπεδο προκειμένου να κοιμηθεί πάνω σε αυτό, στρώμα νεοελλ. παχύ στρώμα από φυτικές ουσίες, λ.χ. άχυρο, πάνω… …   Dictionary of Greek

  • στρωμνῇ — στρωμνάομαι pres subj mp 2nd sg (doric) στρωμνάομαι pres ind mp 2nd sg (doric) στρωμνάομαι pres subj mp 2nd sg (epic ionic) στρωμνάομαι pres ind mp 2nd sg (epic ionic) στρωμνή bed spread fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στρωμνῆι — στρωμνῇ , στρωμνάομαι pres subj mp 2nd sg (doric) στρωμνῇ , στρωμνάομαι pres ind mp 2nd sg (doric) στρωμνῇ , στρωμνάομαι pres subj mp 2nd sg (epic ionic) στρωμνῇ , στρωμνάομαι pres ind mp 2nd sg (epic ionic) στρωμνῇ , στρωμνή bed spread fem dat… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στρωμναῖς — στρωμνή bed spread fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στρωμναί — στρωμνή bed spread fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στρωμνᾶς — στρωμνή bed spread fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στρωμνῆς — στρωμνή bed spread fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στρωμνήν — στρωμνή bed spread fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στρωμνῶν — στρωμνή bed spread fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στιβάζω — (I) ΜΑ [στίβος] 1. πατώ, καταπατώ 2. μέσ. στιβάζομαι ακολουθώ τα ίχνη κάποιου, ανιχνεύω («ἴχνια γὰρ ἐν αὐτῷ στιβαζόμενος εὕροιτό τις καὶ μαστευόμενος», Αίσ.). (II) ΜΑ [στιβάς, άδος] 1. παθ. στιβάζομαι εκτείνω, απλώνω ως στρωμνή («ἡ στρωμνὴ ἔσται… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»